Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Πάσχοντας για τον άλλο

Γιατί άραγε η ερωτική εξομολόγηση εκλαμβάνεται μερικές φορές ως πρόθεση για κατάκτηση του άλλου;
Ίσως γιατί αν ο άλλος αντιπροσωπεύει κάτι που λείπει απο μένα, πρέπει να το αρπάξω, να το κλέψω απο τον κόσμο, γιατί αυτό που επιθυμώ δεν μου προσφέρεται αυθόρμητα κι άρα πρέπει να το αποσπάσω με τη δύναμή μου. Μόλις αποκτήσουμε αυτό που μας δίνει το αίσθημα της πληρότητας, αρχίζουμε να αντιμετωπίζουμε με τρόμο, πόνο και αγωνία την πιθανότητα να το χάσουμε. Μπορεί κάλλιστα να υπάρχουν σχέσεις χωρίς έντονες φωτοσκιάσεις, χωρίς ρίγη και προαισθήματα, αλλά είναι άλλου τύπου. Ο έρωτας χαρακτηρίζεται απο την εναλλαγή της απομάκρυνσης και της επανεύρεσης, απο την ασίγαστη ανάγκη να επιβεβαιώνουμε το κεκτημένο, να λέμε "είσαι δικός μου για πάντα", ενώ την ίδια στιγμή μια φωνή μέσα μας ψιθυρίζει πως δεν είναι έτσι. Η ουσιαστική σχέση με τον άλλον δεν είναι κάτι που κερδίζεται μια κι έξω, αλλά απαιτεί συνεχή προσπάθεια.
Η απουσία παραπέμπει αμέσως στην μοναξιά και μάλιστα όχι σε μια απλή μοναξιά. Τη στιγμή που επιτέλους ανακαλύπτω τί θα πει να γίνομαι ένα με το αγαπημένο πρόσωπο συναισθάνομαι και τη μοναξιά μου. Το αίσθημα της έλλειψης μας επιτρέπει να δούμε τη μοναξιά σαν άνοιγμα, σαν απελπισμένο άνοιγμα προς τον άλλο κι αυτό μας βοηθάει να κάνουμε κάποιες χειρονομίες που είναι και πράξεις θάρρους. Η εμπειρία της ένωσης πηγαίνει χέρι χέρι με την εμπειρία του χωρισμού. Είναι σαν κάποιος υπαρξιακός νόμος να μας έχει καταδικάσει στην αναπόφευκτη γνώση που λέει ότι βρίσκω σημαίνει και χάνω. Όταν λείπει αυτό το στοιχείο του δισυπόστατου, όταν υπάρχει φαινομενική σιγουριά, τότε προφανώς δεν υπάρχει ζωτική σχέση. Όσο πιο βαθύς είναι ο δεσμός, όσο πιο απαραίτητοι είμαστε ο ένας για τον άλλον, τόσο πιο έντονα ζούμε τον φόβο της απώλειας. Σε μια βαθιά και ουσιαστική ένωση, σε μια ζωτική συνύπαρξη, εμείς που τείνουμε προς το αγαπημένο πρόσωπο κι αισθανόμαστε την ανάγκη του, αναγνωρίζουμε και τη βασική του διαφορά. Μπορεί κατά βάθος να ξέρουμε ότι είναι αυταπάτη να πιστεύουμε ότι το αίσθημα της ολότητας μας το εγγυάται η παρουσία του άλλου, αλλά είναι κάτι πολύ δελεαστικό για να μπορέσουμε να το αποφύγουμε. Δεν υπάρχει καμιά ψυχολογική διεργασία άξια του ονόματός της, που να μπορεί να πληροί αυτή την απαραίτητη αυταπάτη - που αν θέλουμε να παραμείνουμε νέοι πρέπει να μας συνοδεύει σ' όλη μας τη ζωή - στην οποία εκτός των άλλων υποννοείται η παραδοχή της απόστασης και της διαφορετικότητας. Μια βαθιά σχέση προϋποθέτει αυτή την παραδοχή της απόστασης και της διαφοράς. Η ψυχική απόσταση εξάλλου είναι αυτή που επιτρέπει την συνύπαρξη του ζευγαριού, γιατί ο ένας βιώνει την παρουσία του άλλου, ο οποίος όμως είναι απών λόγω του ότι είναι διαφορετικός. Κι εκεί ξαναοδηγούμαστε, κατά κάποιο τρόπο, στην πρότερη μοναξιά μας, αλλά με μια μεγάλη διαφορά. Είναι μια μοναξιά την οποία πολεμήσαμε και κατανοήσαμε. Είχαμε το θάρρος να αντικρίσουμε την πραγματικότητα. Θάρρος που σημαίνει ότι διαθέτουμε μια βαθιά κατανόηση που αποτρέπει τη διάλυση του δεσμού, που άλλωστε θα ήταν μια παιδική αντίδραση. Το θάρρος του να βλέπουμε πώς έχουν τα πράγματα σημαίνει πως μπορούμε να δεχτούμε τη διαφορά, να ζήσουμε μ' αυτήν.
Η μεταφορά του Κήτς για την πέτρινη καρδιά στη θέση της αληθινής, στα χέρια του ψυχολόγου αποκτά ένα ευρύτερο νόημα. Στην πραγματικότητα η καρδιά απο σάρκα και αίμα που προσδοκούμε είναι δικό μας κατασκεύασμα: Η "πέτρινη καρδιά" υπάρχει, γιατί είναι διαφορετική απο εκείνη που περιμένω, γιατί δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες μου. Δύναμη είναι να αποδεχτώ ότι είναι διαφορετική, γιατί αυτή είναι μια στιγμή απαραίτητη για τη ζωή μου. Δεν είναι τυχαίο γεγονός, δεν είναι ούτε ευτύχημα ούτε ατύχημα, είναι η σιωπηρή αναγκαιότητα εκείνης της συγκεκριμένης φάσης της ζωής μου που με φέρνει αντιμέτωπο με μια ανάγκη την οποία πρέπει να βιώσω μέχρις εσχάτων. Αυτές τις στιγμές μας στηρίζει η σκέψη ότι η συνάντησή μας έχει μια δυναμική ισορροπία: η ιστορία της και το βάθος της καθρεφτίζουν το δικό μας επίπεδο ωριμότητας. Η συνάντηση είναι κάτι που διαρκώς αναπλάθεται, επομένως αυτή η "πέτρινη καρδιά" μπορεί να αλλάξει μορφή καθώς αλλάζουν και οι ανάγκες μας. Πρέπει ωστόσο να προσθέσουμε ότι παρόλο που όταν τα σχέδια των ερωτευμένων που συναντιούνται - για να γυρίσουμε πάλι στη φαντασία - έρχονται σε σύγκρουση, δεν υπάρχει άλλη σχέση που να χαρακτηρίζεται απο τόσο μεγάλη αλληλεπίδραση. Σ'αυτή την κατάσταση, όπου δύο άνθρωποι αλλάζουν, πλησιάζοντας όλο και περισσότερο ο ένας τον άλλον, αισθανόμαστε να μας διαποτίζει κάτι "καινούργιο" και κάτι "παλιό". Το "καινούργιο" είναι η μεταμόρφωση που συντελείται  και το "παλιό" είναι η ανάκτηση της υποκειμενικότητας στη σχέση, αυτή που έχτισε τον έρωτα και του έδωσε ποίηση.

Απο το βιβλίο του
Aldo Carotenuto - Έρως και πάθος, τα όρια της αγάπης και του πόνου.

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Αγάπη - Φόβος (β)


Ευτυχία, άγχος, χαρά, πικρία – έχουμε πολλές λέξεις που περιγράφουν τα πολλαπλά συναισθήματα που βιώνουμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Βαθιά όμως, στον πυρήνα της ύπαρξής μας υπάρχουν μόνον δύο: αγάπη και φόβος. Όλα τα θετικά συναισθήματα προέρχονται  από την αγάπη, όλα τα αρνητικά συναισθήματα από το φόβο. Από την αγάπη απορρέει η ευτυχία, η ικανοποίηση, η γαλήνη και η χαρά. Από το φόβο πηγάζει ο θυμός, το μίσος, το άγχος και η ενοχή.
Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν μόνο δύο βασικά συναισθήματα, η αγάπη και ο φόβος. Είναι όμως ακριβέστερο να λέμε ότι υπάρχει μόνο αγάπη ή φόβος, επειδή δεν μπορεί να νιώσουμε και τα δύο συναισθήματα ταυρόχρονα, την ίδια ακριβώς στιγμή. Είναι αντίθετα. Όταν βρισκόμαστε στο φόβο, δεν είμαστε σ’ έναν τόπο φόβου. Μπορείτε να σκεφτείτε κάποια στιγμή στη ζωή σας που νιώθατε ταυρόχρονα το φόβο και την αγάπη; Αδύνατον.
Θα πρέπει να αποφασίσουμε σε ποιον από τους δύο τόπους θα ανήκουμε, δεν υπάρχει ουδετερότητα σ’ αυτό. Εάν δεν επιλέξετε ενεργητικά την αγάπη, τότε θα διαπιστώσετε ότι βρίσκεστε σε έναν τόπο φόβου ή ενός από τα παράγωγα συναισθήματά του. Η κάθε στιγμή μας δίνει την ευκαιρία να επιλέξουμε τον έναν ή τον άλλον τόπο. Και θα πρέπει συνεχώς να κάνουμε αυτή την επιλογή, ειδικά σε δύσκολες καταστάσεις όπου αμφισβητείται η επιλογή τητς αφοσίωσής μας στην αγάπη.
Η επιλογή της αγάπης δε σημαίνει ότι δε θα νιώσετε ποτέ ξανά το φόβο. Αυτό που ουσιαστικά σημαίνει είναι ότι πολλοί από τους φόβους σας τελικά θα βγουν στην επιφάνεια για να θεραπευτούν. Αυτή είναι μια συνεχής διαδικασία. Να θυμάστε ότι, αφού επιλέξετε την αγάπη, θα νιώθετε φόβο με τον ίδιο περίπου τρόπο που πεινάτε ενώ έχετε φάει. Για να θρέψουμε και να γαλουχήσουμε τις ψυχές μας, πρέπει αδιάλειπτα να επιλέγουμε την αγάπη και να απομακρύνουμε το φόβο, ακριβώς όπως τρώμε για να θρέψουμε το σώμα μας και να απομακρύνουμε την πείνα μας. Αυτό δε σημαίνει ότι ο φόβος θα πάψει να εκδηλώνεται. Απλά κάθε φορά που επιστρέφει, θα πρέπει, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, εμείς να επιστρέφουμε στην αγάπη.
Όλοι οι φαντασιακοί μας φόβοι αφορούν είτε στο παρελθόν είτε στο μέλλον, μόνο η αγάπη ανήκει στο παρόν. Το «τώρα» είναι η μόνη αληθινή στιγμή που έχουμε και η αγάπη το μόνο πραγματικό συναίσθημα, επειδή είναι το μονο που εξελίσσεται στο παρόν. Ο φόβος βασίζεται πάντα σε κάτι που έχει συμβεί στο παρελθόν και μας κάνει να φοβόμαστε για κάτι που νομίζουμε ότι μπορεί να συμβεί στο μέλλον. Το να ζούμε λοιπόν στο παρόν σημαίνει να ζούμε στην αγάπη, όχι στο φόβο. Αυτός είναι ο στόχος μας, να ζούμε στον τόπο της αγάπης. Και μπορούμε να δουλέψουμε στην κατεύθυνση του στόχου αυτού, μαθαίνοντας να αγαπάμε τους εαυτούς μας. Όταν εμποτίζουμε τους εαυτούς μας με αγάπη, τότε αρχίζουμε να ξεπλένουμε όλους μας τους φόβους.

Απο το βιβλίο της
Elisabeth Kubler - Ross - Μαθήματα ζωής

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Αγάπη - Φόβος (α)


Υπάρχουν πολλά πράγματα που φοβόμαστε στη ζωή. Φοβόμαστε να μιλήσουμε μπροστά στο κοινό, φοβόμαστε να βγούμε ραντεβού, φοβόμαστε ακόμα και να παραδεχτούμε την μοναξιά μας. Σε πολλές περιπτώσεις είναι πολύ πιο εύκολο να μείνουμε άπραγοι, παρά να μας απορρίψουν και να έλθουμε αντιμέτωποι με τα επακόλουθα συναισθήματα. Πράγματι, οι φόβοι μας ξεγελούν , επειδή είναι τόσο καλά διαστρωματωμένοι, ο ένας πάνω από τον άλλον. Μπορούμε να ξεφλουδίσουμε έναν προς έναν τους φόβους μας, μέχρι να φτάσουμε στον πιο βαθύ, σ’ εκείνον που πάνω του στηρίζονται όλοι οι άλλοι. Και αυτός, συνήθως, είναι ο φόβος του θανάτου.
Ας υποθέσουμε ότι ανησυχείτε υπερβολικά για ένα σχέδιο που ετοιμάζετε στη δουλειά. Αν ξεφλουδίσετε αυτόν τον φόβο, θα δείτε ότι κάτω απ’ αυτόν υπάρχει ο φόβος ότι δεν είστε άξιοι να τα καταφέρετε. Το επόμενο υπόστρωμα κρύβει κι άλλους διαδοχικούς φόβους: το φόβο ότι δε θα πάρετε αύξηση, ότι θα χάσετε τη δουλειά σας και τελικά ότι δε θα καταφέρετε να επιβιώσετε, κάτι που ουσιαστικά αποτελεί το φόβο του θανάτου. Ο φόβος της μη επιβίωσης είναι το υπόστρωμα πολλών από τους οικονομικούς και εργασιακούς μας φόβους.
Ας υποθέσουμε ότι φοβάστε να ζητήσετε από κάποιον ή κάποια να βγείτε μαζί ραντεβού. Πίσω από το φόβο αυτόν υπάρχει ο φόβος της απόρριψης και πίσω από αυτόν ο φόβος ότι δε θα υπάρξει ποτέ κάποιος ή κάποια για σας. Από κάτω υπάρχει ο φόβος ότι δεν είστε ένα αξιαγάπητο πρόσωπο και εφόσον οι άλλοι δε σας αγαπούν, πώς είναι δυνατόν να επιβιώσετε; Όταν οι άνθρωποι νιώθουν ανεπαρκείς, ο βασικός τους φόβος είναι ότι «Δεν είμαι αρκετός». Γιατί βλέπουμε ανθρώπους στα πάρτι να στέκονται αμίλητοι σε μια γωνιά; Επειδή φοβούνται ότι δεν είναι καλοί στο να γνωρίζουν και να μιλάνε με άλλους στα πάρτι, πράγμα που πηγάζει από το φόβο ότι δεν είναι αρκετοί. Οι άλλοι είναι αρκετά γοητευτικοί, οι άλλοι είναι αρκετά όμορφοι, αρκετά ενδιαφέροντες, όμως οι άνθρωποι αυτοί φοβούνται ότι οι ίδιοι δεν είναι τίποτε απ’ όλα αυτά.
Όλα τελικά καταλήγουν στο φόβο του θανάτου, που βάσιμα αποτελεί την αιτία του μεγαλύτερου μέρους της δυστυχίας μας. Από φόβο πληγώνουμε, άθελά μας τα αγαπημένα μας πρόσωπα, για τον ίδιο λόγο αναστέλλουμε τους εαυτούς μας  σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο. Από τη στιγμή που κάθε φόβος έχει τη ρίζα του στο φόβο του θανάτου, εάν μάθουμε να χαλαρώνουμε απέναντι στο φόβο που περιβάλλει το θάνατο, θα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε οτιδήποτε άλλο με μεγαλύτερη ευκολία.
Οι άνθρωποι που πεθαίνουν αντιμετωπίζουν τον υπέρτατο φόβο, το φόβο του θανάτου. Έρχονται αντιμέτωποι με το φόβο και συνειδητοποιούν ότι δεν τους συνθλίβει, ότι δεν έχει πλέον δύναμη επάνω τους. Οι άνθρωποι που πεθαίνουν μαθαίνουν ότι ο φόβος δεν έχει καμία σημασία. Όμως για τους υπόλοιπους συνεχίζει να είναι πολύ πραγματικός.
Εάν μπορούσαμε κυριολεκτικά να μπούμε μέσα μας και να αφαιρέσουμε όλους μας τους φόβους – τον κάθε έναν χωριστά – πόσο διαφορετική θα μπορούσε να είναι η ζωή; Σκεφτείτε το λίγο. Εάν τίποτε δε σας εμπόδιζε να ακολουθήσετε τα όνειρά σας, πιθανόν η ζωή σας σήμερα να ήταν πολύ διαφορετική. Αυτό μαθαίνουν οι άνθρωποι που πεθαίνουν. Η πορεία προς το θάνατο οδηγεί τους χειρότερους φόβους μας στο προσκήνιο για να τους αντιμετωπίσουμε κατάματα. Μας βοηθά να δούμε τη δυνατότητα που υπάρχει για μια άλλη ζωή και το όραμα αυτό απομακρύνει και όλους τους υπόλοιπους φόβους μας.
Δυστυχώς, όταν οι φόβοι αυτοί μας εγκαταλείπουν, οι περισσότεροι από μας είμαστε πολύ άρρωστοι ή πολύ γέροι για να κάνουμε τα πράγματα που θα κάναμε πριν, αν δεν είχαμε το φόβο. Γερνάμε και αρρωσταίνουμε χωρίς να έχουμε καν δοκιμάσει κρυφά μας πάθη, χωρίς να έχουμε ανακαλύψει τη δουλειά που πραγματικά μας αρέσει, χωρίς να έχουμε γίνει εκείνοι που θα θέλαμε να γίνουμε. Εάν κάναμε τα πράγματα εκείνα που λαχταρούσαμε να κάνουμε, θα ήμασταν και πάλι γέροι και άρρωστοι, δε θα ήμασταν όμως γεμάτοι πικρίες και μετάνοιες. Δε θα νιώθαμε ότι τελειώνει μια ζωή που έχουμε μισο-ζήσει. Γι’ αυτό το μάθημα που πρέπει να πάρουμε είναι σαφές: πρέπει να υπερβούμε τους φόβους μας όσο ακόμα είναι καιρός, τώρα, που μπορούμε ακόμη να κάνουμε τα πράγματα που ονειρευόμαστε.
Για να υπερβούμε, ωστόσο, τους φόβους μας θα πρέπει να μετακομίσουμε συναισθηματικά, θα πρέπει να μετακινηθούμε στον τόπο της αγάπης.

Απο το βιβλίο της
Elisabeth Kubler - Ross - Μαθήματα ζωής

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Απώλεια (β)

 Ό,τι κι αν νιώθετε χάνοντας ένα πρόσωπο ή κάποιο αντικείμενο, είναι αυτό ακριβώς που έπρεπε να νιώθετε. Δεν μπορούμε ποτέ να πούμε σε κάποιον, "είσαι σε φάση άρνησης πολύ καιρό τώρα, είναι καιρός πια να περάσεις στο θυμό" ή κάτι άλλο σχετικό, γιατί δε γνωρίζουμε πώς πρέπει να είναι η θεραπευτική διαδικασία ενός άλλου ατόμου. Τις απώλειες τις νιώθουμε έτσι ακριβώς όπως είναι. Μας αφήνουν με μια αίσθηση κενότητας, αβοήθητους, ακινητοποιημένους, παραλυμένους, ανάξιους, θυμωμένους, θλιμμένους και φοβισμένους. Δε θέλουμε να κοιμηθούμε ή το μόνο που θέλουμε είναι να κοιμόμαστε. Δεν έχουμε καθόλου όρεξη ή τρώμε ό,τι βρούμε μπροστά μας. Μπορεί να πηδάμε απο τη μία υπερβολή στην άλλη ή να είμαστε απίστευτα σχολαστικοί με τα πάντα. Η θέση μας σε κάθε έναν ή σε όλους αυτούς τους τόπους είναι μέρος της θεραπείας μας.
Ίσως η μόνη βεβαιότητα σχετικά με την απώλεια είναι ότι ο χρόνος μας θεραπεύει όλους. Δυστυχώς, η θεραπεία δεν είναι πάντοτε άμεση. Δε μοιάζει με την ανοδική γραμμή ενός γραφήματος, ούτε μας οδηγεί γρήγορα και ήπια σε ανώτερα στάδια πληρότητας. Αντίθετα, η όλη διαδικασία είναι κάτι σαν το τρενάκι του λούνα παρκ - ανεβαίνεις αργά αργά στην πληρότητα και μετά βυθίζεσαι στην απόγνωση. Κάποια στιγμή φαίνεται να παλινδρομείς και ξαφνικά κινείσαι εμπρός, μετά νιώθεις πως είσαι και πάλι στην αρχή. Αυτή είναι η θεραπεία. Και να είστε σίγουροι πως θα θεραπευτείτε και θα επιστρέψετε στην πληρότητα.
Μπορεί να μην πάρετε πίσω αυτό που χάσατε, μπορείτε όμως να θεραπευτείτε. Και σε κάποιο σημείο του ταξιδιού σας μέσα στη ζωή, θα δείτε ότι στην πραγματικότητα δεν είχατε ποτέ το πρόσωπο ή το αντικείμενο που πενθείτε έτσι όπως  νομίζατε ότι το έχετε. Και θα δείτε επίσης ότι θα είναι πάντα δικά σας με έναν άλλον τρόπο.
Η πληρότητα είναι διακαής μας πόθος. Ελπίζουμε πως θα μπορέσουμε να κρατήσουμε τους ανθρώπους και τα πράγματα ακριβώς όπως είναι, ξέρουμε όμως πως αυτό δεν γίνεται. Η απώλεια είναι ένα απο τα πιο δύσκολα πράγματα στη ζωή. Προσπαθούμε να την απαλύνουμε, ή ακόμα και να της δώσουμε ένα πιο ρομαντικό χαρακτήρα, όμως ο πόνος του αποχωρισμού απο ένα πρόσωπο ή αντικείμενο που μας νοιάζει είναι ένα απο τα πιο σκληρά πράγματα που θα βιώσουμε ποτέ. Η απουσία δεν κάνει πάντα την καρδιά μας πιο τρυφερή. Ορισμένες φορές την κάνει να νιώθει θλιμμένη, μοναχική και άδεια.
Όπως δεν μπορεί να υπάρχει το καλό χωρίς το κακό ή το φως χωρίς το σκοτάδι,  έτσι δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη χωρίς απώλεια. Και επίσης, όσο παράξενο και αν ακούγεται, δεν υπάρχει απώλεια χωρίς ανάπτυξη. Είναι μία έννοια που δύσκολα γίνεται κατανοητή και ίσως γι αυτό τον λόγο πάντοτε μας εκπλήσσει και μας ξαφνιάζει.
Οι καλύτεροι δάσκαλοι αυτής της έννοιας είναι οι γονείς που έχουν χάσει τα παιδιά τους απο καρκίνο. Κατά κανόνα, οι γονείς λένε, δικαιολογημένα, ότι αυτή η εμπειρία είναι το τέλος του κόσμου. Κάποια χρόνια μετά, ορισμένοι αναφέρουν ότι μέσα απο την τραγωδία αυτή οι ίδιοι έχουν ωριμάσει. Φυσικά, θα προτιμούσαν να μην είχαν χάσει τα παιδιά τους, μπορούν όμως να δουν πως οι απώλειες αυτές τους βοήθησαν με έναν εντελώς απροσδόκητο τρόπο. Έμαθαν ότι "είναι καλύτερο να έχεις αγαπήσει και να έχεις χάσει παρά να μην έχεις αγαπήσει καθόλου". Και η αλήθεια είναι ότι σπάνια θα ανταλλάσσαμε την εμπειρία του να έχουμε και να χάσουμε απο την ζωή μας αγαπημένα πρόσωπα με την εμπειρία του να μην τα έχουμε ποτέ.
Με την πρώτη ματιά στη ζωή και στις απώλειές μας, δύσκολα μπορούμε να διακρίνουμε πως έχουμε αναπτυχθεί και ωριμάσει. Όμως έτσι συμβαίνει. Όσοι έχουν υποστεί απώλειες στη ζωή γίνονται τελικά πιο δυνατοί, πιο ολοκληρωμένοι.
  • Στην μέση ηλικία μπορεί να χάνουμε μέρος των μαλλιών μας, αλλά συνειδητοποιούμε πως ό,τι υπάρχει μέσα μας είναι εξίσου σημαντικό με ό,τι υπάρχει απ' έξω.
  • Με την σύνταξή μας μπορεί το εισόδημά μας να είναι μικρότερο, όμως η ελευθερία που έχουμε είναι μεγαλύτερη.
  • Στα γεράματά μας μπορεί να μην είμαστε τόσο ανεξάρτητοι, όμως γινόμαστε αποδέκτες της αγάπης που κάποτε προσφέραμε στους άλλους.
  • Πολλές φορές όταν χάνουμε τα υπάρχοντά μας ή τις περιουσίες μας, μετά το πένθος, διαπιστώνουμε ότι τώρα είμαστε πιο ελεύθεροι και συνειδητοποιούμε πως ίσως ήταν γραφτό να ταξιδέψουμε πιο ανάλαφροι στον κόσμο που ζούμε.
  • Ορισμένες φορές με το τέλος μιας σχέσης, μαθαίνουμε ποιοί πραγματικά είμαστε, όχι σε σχέση με άλλους ανθρώπους, αλλά έτσι ακριβώς όπως είμαστε εμείς.
  • Μπορεί να χάσουμε κάποια αντικείμενα ή ικανότητες που έχουμε, μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσουμε πόσο εκτιμάμε αυτά που μας έχουν απομείνει.
Απο το βιβλίο της
Elisabeth Kubler - Ross - Μαθήματα ζωής

    Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

    Απώλεια (α)

    Οι περισσότεροι άνθρωποι σε όλη μας τη ζωή παλεύουμε και αντιστεκόμαστε στην απώλεια, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε ότι ζωή σημαίνει απώλεια και απώλεια ζωή. Η ζωή δεν μπορεί να αλλάξει και εμείς δεν μπορούμε να αναπτυχθούμε χωρίς απώλεια. Υπάρχει μία παλιά Εβραϊκή παροιμία, που λέει ότι όποιος χορεύει σε πολλούς γάμους, κλαίει και σε πολλές κηδείες. Αυτό σημαίνει πως όταν είσαι παρών σε μια αρχή, θα είσαι και στο τέλος.
    Οι απώλειες που βιώνουμε στη ζωή είναι και μικρές και μεγάλες, απο το θάνατο ενός γονέα μέχρι την απώλεια ενός αριθμού τηλεφώνου. Οι απώλειες της ζωής μπορεί να είναι μόνιμες, όπως ο θάνατος, ή προσωρινές, όπως όταν σας λείπουν τα παιδιά σας στα επαγγελματικά σας ταξίδια. Τα πέντε στάδια, τα οποία περιγράφουν τον τρόπο που αντιδρούμε σε κάθε απώλεια, μπορούν να εφαρμοστούν σε όλες τις απώλειες της ζωής, μικρές ή μεγάλες, μόνιμες ή προσωρινές. Ας υποθέσουμε ότι το παιδί σας γεννιέται με κάποιο σωματικό πρόβλημα. Αυτό για σας είναι μια μεγάλη απώλεια και ενδέχεται να αντιδράσετε με τον εξής τρόπο:
    • Άρνηση - Οι γιατροί λένε ότι το πρόβλημά του θα είναι για όλη του τη ζωή. Ας του δώσουμε λίγο χρόνο, όταν μεγαλώσει ίσως να διορθωθεί το πρόβλημά του.
    • Θυμός - Οι γιατροί θα έπρεπε να το ξέρουν , έπρεπε να μας το είχαν πει νωρίτερα! γιατί να μας το κάνει αυτό ο θεός!
    • Διαπραγμάτευση - Θα μπορέσω να το αντέξω και να το αντιμετωπίσω, αρκεί να είναι εκπαιδεύσιμος και να μπορεί να φροντίζει τον εαυτό του όταν μεγαλώσει.
    • Κατάθλιψη - Είναι τρομερό, η ζωή του θα είναι τόσο περιορισμένη.
    • Αποδοχή - Όταν θα υπάρξει πρόβλημα, θα το αντιμετωπίσουμε. Εξάλλου θα μπορεί να ζήσει μια καλή ζωή, γεμάτη αγάπη.
    Σε μιά  πιο ασήμαντη εκδοχή, ας υποθέσουμε ότι σας πέφτει στο πάτωμα ένας φακός επαφής. Στην απώλειά του ενδέχεται να αντιδράσετε ως εξής:
    • Άρνηση - Δεν το πιστεύω ότι μου έπεσε!
    • Θυμός - Πού στο διάλο είχα το μυαλό μου;
    • Διαπραγμάτευση - Υπόσχομαι ότι εάν τον βρω αυτή τη φορά, στο μέλλον θα είμαι πιο προσεκτική.
    • Κατάθλιψη - Πόσο στενοχωριέμαι που τον έχασα, τώρα θα πρέπει να αγοράσω άλλον.
    • Αποδοχή - Εντάξει μωρέ, φαίνεται ότι ήταν γραφτό κάποτε να χάσω έναν φακό επαφής. Θα παραγγείλω έναν καινούργιο σήμερα κιόλας.
    Δεν περνάμε όλοι απο τα πέντε αυτά στάδια κάθε φορά που βιώνουμε μία απώλεια και οι αντιδράσεις μας δεν εκδηλώνονται πάντα με αυτή τη σειρά. Επίσης, μερικές φορές περνάμε ξανά απο το ίδιο στάδιο. Ωστόσο, πολλές φορές και με πολλούς τρόπους έχουμε βιώματα απώλειας και πάντα αντιδρούμε στις απώλειές μας. Με την απώλεια αποκτάμε την εμπειρία της εκάστοτε κατάστασης και έτσι είμαστε καλύτερα εξοπλισμένοι για να αντιμετωπίσουμε τη ζωή.

    Απο το βιβλίο της
    Elisabeth Kubler - Ross - Μαθήματα ζωής

    Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

    Η σχέση ως υποκατάστατο της μοναξιάς(β)


    Ας αναρωτηθούμε λοιπόν με ποιόν τρόπο προδίδουν οι γονείς τα παιδιά. Ένας τρόπος είναι να τα χρησιμοποιούν ως εξιλαστήρια θύματα των συζυγικών συγκρούσεων. Και όντως, μόνο προστατεύοντας τον οικογενειακό πυρήνα το παιδί κερδίζει ένα χώρο στη σχέση, ή μάλλον τη μη-σχέση, των γονιών. Αναγκασμένο να αποκαταστήσει μια ισορροπία που βαθμιαία έχει κλονιστεί, το παιδί καλείται να δώσει νόημα και σκοπό σε μια συνύπαρξη που διαφορετικά θα ήταν ανούσια και ανέφικτη. Το παιδί, καθώς κινείται μέσα σε εξαιρετικά λεπτές, δυσχερείς ψυχολογικές δυναμικές, δρα καταλυτικά στις συγκρούσεις των γονιών και γίνεται, κατά κάποιο τρόπο, το θέατρο των επιχειρήσεων, η σκηνή πάνω στην οποία παίζονται η επιθετικότητα ή η αμοιβαία αδιαφορία των γονιών. Η παλιά υπόσχεση για αιώνια αγάπη δεν άντεξε στη δοκιμασία του χρόνου, για τον απλό λόγο ότι τα άτομα αλλάζουν, και οι δύο άνθρωποι που σήμερα έρχονται αντιμέτωποι ελάχιστα μοιάζουν με εκείνους τους δύο που τότε σύναψαν τη συμφωνία. Έτσι, σε μια σχέση που έχει γίνει πλέον αναχρονιστική, το παιδί αιχμαλωτίζεται στο θανάσιμο παιχνίδι του σαδιστικού περιορισμού της ελευθερίας του άλλου. Κανένας δεν ξεφεύγει απ’ αυτή τη χρησιμοποίηση, που βασίζεται σε συναισθηματικό εκβιασμό και διατηρείται μέσα από τη σταθερή δολιοφθορά όλων των πρωτοβουλιών που στρέφονται προς τα έξω. Ωστόσο, αυτή η εμπειρία είναι αναγκαία γιατί, όπως μας διδάσκει η μυθολογία, η κατάκτηση της ατομικότητας αναπόφευκτα έχει τη μορφή της λύτρωσης.
    Αφού αρνηθούν αμοιβαία το μέλλον τους, οι γονείς αγωνίζονται να καταστρέψουν το μέλλον του παιδιού. Εν γένει τα παιδιά είναι αυτά που πληρώνουν για την απώλεια της επιθυμίας του ζευγαριού και το αίσθημα ενοχής από το οποίο όλοι μας υποφέραμε επανεμφανίζεται στην αφύσικη απαίτηση να γίνουν ψευδομάρτυρες, να λειτουργούν ως εγγυητές μιας υποκρισίας. Η αποδέσμευση απ’ αυτόν τον ρόλο δεν είναι εύκολη, γιατί παγιδεύονται σιωπηρά από δυναμικές και εντάσεις που υπάρχουν υποσυνείδητα στους γονείς. Μια ρητή αντιπαράθεση είναι ασφαλώς προτιμότερη και λιγότερο παθολογική, αλλά αυτή η επιλογή είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Οι συμμαχίες εναντίον ενός εξωτερικού εχθρού συμβάλλουν στη διατήρηση της μάσκας της οικογένειας, με αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται η εχθρότητα που τρέφεται μέσα στους κόλπους της. Κατά παράδοξο τρόπο, το στοιχείο του μίσους είναι ισχυρότερο στις πιο συμπαγείς οικογένειες και, όπως συνηθίζεται να λέγεται, οι καλές οικογένειες είναι χειρότερες από τις άλλες. Η συναισθηματική τρωτότης, για την οποία μιλήσαμε, αντικαθίσταται από τη μνησικακία, καθώς η παρουσία της θα καθιστούσε την οικογένεια προσιτή, διαπερατή σε νέες σχέσεις.

    Απο το βιβλίο του Aldo Carotenuto - Έρως και πάθος, τα όρια της αγάπης και του πόνου.

    Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

    Η σχέση ως υποκατάστατο της μοναξιάς (α)

    Η συναισθηματική συνάντηση είναι τόσο θαυμαστή γιατί μας κάνει να νιώθουμε πως υπάρχουμε. Και πραγματικά, ο βαθμός αυτονομίας και ανεξαρτησίας ενός ατόμου μετριέται ακριβώς απο την ικανότητά του να βιώσει την απουσία. Κι εδώ δεν εννοούμε την απομόνωση (γιατί και η απομόνωση εισάγει ένα προκάλυμμα κενού) αλλά την ικανότητα να εκτιμούμε όχι μόνο τη συντροφιά και τη ζεστασιά του άλλου αλλά και τη μοναξιά, αναγνωρίζοντας σ' αυτήν μια σημαντική εμπειρία οι αποχρώσεις της οποίας μπορούν να ποικίλλουν πολύ, αφού τίποτε δεν κατοικεί μόνιμα μέσα στις ψυχές μας. Υπάρχει η απόλυτη μοναξιά, γεμάτη ηρεμία, αποδοχή και σιωπηλή καλοσύνη προς τον εαυτό μας και τους άλλους, ή η επίπεδη, ψυχρή και δυσάρεστη μοναξιά ή ακόμη η μελαγχολική, γλυκιά και γεμάτη προσμονή. Το σημαντικό είναι να ξέρουμε ότι μπορούμε να επιβιώσουμε με τη μοναξιά. Όταν απουσιάζει αυτή η βεβαιότητα, καιροφυλακτεί η προδοσία και η προδοσία της μοναξιάς μας μπορεί να αποδειχτεί εξαιρετικά επικίνδυνη.
    Γράφει ο Rilke:
               "Μόνο η θλίψη που αναζητάει συντροφιά για να σιωπήσει είναι επικίνδυνη και κακή."

    ΄Ετσι, ψάχνουμε για ένα σημείο έξω απο τον εαυτό μας, αναζητούμε τον άλλο για να πνίξουμε τη θλίψη μας, για να ξεγελάσουμε την μοναξιά. Ο φόβος και η αγωνία κυριαρχούν και μέσα σ' αυτή τη μαύρη τρύπα εξαφανίζεται και η αξιοπρέπεια του άλλου, εκείνου που επικαλεστήκαμε για να μας βοηθήσει να αποφύγουμε τον εαυτό μας. Δεν υπάρχει τίποτε το παθολογικό στην ανάγκη να αναζητούμε κουράγιο στη φιλία και την αγάπη των άλλων. Η αναζήτηση τέτοιων πραγμάτων μπορεί να θεωρηθεί μάλιστα ένδειξη καλής υγείας. Αυτό που μας απασχολεί εδώ είναι κάτι άλλο: η παντελής απουσία ενός εσωτερικού πυρήνα που να στηρίζει την ύπαρξή μας και ο ατελεύτητος καταναγκασμός να γεμίζουμε το εσωτερικό κενό με εξωτερικά σημεία αναφοράς, είτε αυτά είναι άνθρωποι, είτε είναι δουλειά, είτε ναρκωτικά, είτε άλλη μορφή εθισμού. Δύο μορφές προδοσίας βρίσκονται απέναντι απο έναν καθ΄έξιν τρόπο ζωής: πρώτα η προδοσία του εσωτερικού μας θρήνου, που προσπαθεί απεγνωσμένα να ελκύσει την προσοχή μας, με τον ίδιο τρόπο που θα το έκανε ένα παραμελημένο παιδί. Και μετά, η προδοσία των άλλων, εκείνων στους οποίους στρεφόμαστε για να "γεμίσουμε". Σ' αυτή την περίπτωση οι ανθρώπινες ιδιότητες του άλλου είναι λιγότερο σημαντικές απο την ευχαρίστηση που μπορεί να προσφέρει η παρουσία του. Όταν δεν έχουμε αυτιά για να ακούσουμε την δική μας θλίψη, δεν μπορούμε να νιώσουμε οίκτο για την θλίψη του άλλου. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να τον εκμεταλλευτούμε και να αφεθούμε να μας εκμεταλλευτεί, πνίγοντας την θλίψη μέσα στην φασαρία. Στη βάση αυτής της παρεξήγησης βρίσκεται η διφορούμενη, η ανείπωτη εμπειρία των σχέσεων μέσα στην οικογένεια, όπου το συναίσθημα παραδίδεται στην υποσυνείδητη κρίση όλων των μελών της. Η μεγαλύτερη παρεξήγηση οφείλεται στους γονείς οι οποίοι είναι ανίκανοι να δώσουν ένα υγιές παράδειγμα αποδοχής και αγάπης του παιδιού.

    Απο το βιβλίο του Aldo Carotenuto - Έρως και πάθος, τα όρια της αγάπης και του πόνου.

    Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

    Αυτο-απόρριψη

    Βρισκόμουν εκεί από την πρώτη στιγμή,
    στην αδρεναλίνη που κυκλοφορούσε στις φλέβες των γονιών σου,
    όταν έκαναν έρωτα για να σε συλλάβουν,
    και μετά στο υγρό που η μητέρα σου έστελνε στη μικρή καρδιά σου
    όταν ακόμα ήσουν απλώς ένα παράσιτο.

    Έφτασα σ’ εσένα προτού μπορέσεις να μιλήσεις,
    προτού ακόμα μπορέσεις να καταλάβεις κάτι απ’ αυτά που σου
    έλεγαν οι άλλοι.
    Βρισκόμουν εκεί όταν, αδέξια, προσπαθούσες να κάνεις τα πρώτα σου βήματα
    εμπρός στο πειραχτικό και γελαστό βλέμμα όλων.
    Όταν ήσουν απροστάτευτος κι εκτεθειμένος,
    όταν ήσουν ευάλωτος κι είχες ανάγκη.
    Μ’ έφερε στη ζωή σου το χέρι της μαγικής σκέψης,
    με συνόδευαν……οι προλήψεις και τα ξόρκια, τα φετίχ και τα φυλαχτά…..
    οι καλοί τρόποι, οι συνήθειες και η παράδοση…..
    οι δάσκαλοί σου, τα αδέρφια σου και οι φίλοι σου…
    Προτού μάθεις πως υπήρχα διαίρεσα την ψυχή σου σ’ έναν κόσμο φωτός
    κι έναν κόσμο σκότους.
    Ένα κόσμο για το καλό κι έναν για τα υπόλοιπα.
    Εγώ σου έφερα τα συναισθήματα της ντροπής,
    σου έδειξα όλα τα μειονεκτήματά σου, τις ασχήμιες σου, τις ανοησίες σου,
    τα δυσάρεστα όλα.
    Εγώ σου κρέμασα την ταμπέλα «διαφορετικός» όταν σου είπα για πρώτη φορά στο αυτί ότι κάτι δεν πήγαινε εντελώς καλά σ’ εσένα.
    Υπάρχω πριν από τη συνείδηση, πριν από την ενοχή, πριν από την ηθική, πριν από τις αρχές του χρόνου, πριν ακόμα ο Αδάμ ντραπεί για το κορμί του όταν αντιλήφθηκε
    ότι ήταν γυμνός……και το κάλυψε!
    Είμαι ο απρόσκλητος μουσαφίρης, ο ανεπιθύμητος επισκέπτης, και ωστόσο,
    είμαι πρώτος που ήρθα και ο τελευταίος που θα φύγω.
    Έγινα ισχυρός με τον καιρό ακούγοντας τις συμβουλές των γονιών σου
    για το πώς να θριαμβεύεις στη ζωή.
    Παρατηρώντας τις αντιλήψεις της θρησκείας σου, που σου λέει  τι να κάνεις και τι να
    μην κάνεις, για να σε δεχτεί ο θεός στις αγκάλες του.
    Υποφέροντας απάνθρωπα αστεία των συντρόφων σου στο σχολείο όταν γελούσαν
    με τις δυσκολίες σου.
    Υπομένοντας τις ταπεινώσεις από τους ανωτέρους σου.
    Παρατηρώντας την άχαρη μορφή σου στον καθρέφτη και συγκρίνοντάς τη  μετά
    με την εικόνα των «διασήμων» που βγαίνουν στην τηλεόραση.
    Και τώρα επιτέλους, έτσι όπως είμαι δυνατός, και για τον απλό λόγο,
    ότι είμαι γυναίκα, ότι είμαι νέγρος, ότι είμαι Εβραίος, ότι είμαι ομοφυλόφιλος, ότι
    είμαι ανατολίτης, ότι είμαι ανάπηρος, ότι είμαι ψηλός, κοντός ή χοντρός….
    μπορώ να σε μεταμορφώσω σ’ ένα σωρό σκουπίδια, σε παλιοσίδερα, σε αποδιοπομπαίο τράγο, στον παγκόσμιο υπεύθυνο, σ’ έναν καταραμένο μπάσταρδο μιας χρήσης.
    Γενεές και γενεές ανδρών και γυναικών με υποστηρίζουν.
    δεν μπορείς να ξεφύγεις από μένα.
    Η θλίψη που προξενώ είναι τόσο ανυπόφορη που για να με αντέξεις, πρέπει
    να με μεταδώσεις στα παιδιά σου, ώστε εκείνα να με περάσουν στα δικά τους
    παιδιά, στους αιώνες των αιώνων.
    Για να βοηθήσω εσένα και τους απογόνους σου θα μεταμφιεστώ σε τελειομανία,
    σε υψηλά ιδανικά, σε αυτοκριτική, σε πατριωτισμό, σε ηθικές αξίες, σε αυτοέλεγχο.
    Η θλίψη που σου προξενώ είναι τόσο έντονη που θα θελήσεις να με αρνηθείς….και
    γι’ αυτό, θα προσπαθήσεις να με κρύψεις πίσω από τα πρόσωπά σου, πίσω από
    τα ναρκωτικά, πίσω από τη μάχη σου για το χρήμα, πίσω από τις νευρώσεις σου,
    πίσω από την απρόσωπη σεξουαλικότητά σου.
    Δεν έχει σημασία τι κάνεις, όμως, δεν έχει σημασία πού πηγαίνεις.
    Εγώ θα είμαι πάντα εκεί, πάντοτε παρών.
    Γιατί ταξιδεύω μαζί σου μέρα και νύχτα, ακούραστα, δίχως όρια.
    Εγώ είμαι η βασική αιτία της εξάρτησης, της κτητικότητας, της πίεσης, της ανηθικότητας, του φόβου, της βίας, του εγκλήματος, της τρέλας.
    Εγώ σου δίδαξα το φόβο της απόρριψης κι εγώ περιόρισα την ύπαρξή σου σ’ αυτό
    το φόβο.
    Από μένα εξαρτάται το αν θα εξακολουθήσεις να είσαι αυτό το άτομο που το γυρεύουν, το λατρεύουν, το χειροκροτούν, ο ευγενικός και ο ευχάριστος που είσαι σήμερα για τους άλλους.
    Από μένα εξαρτάσαι, γιατί εγώ είμαι το μπαούλο όπου έχεις κρύψει εκείνα τα
    πιο δυσάρεστα πράγματα, τα πιο γελοία, τα λιγότερο επιθυμητά κι από σένα τον ίδιο.
    Χάρη σε μένα έμαθες να συμβιβάζεσαι με αυτά που σου δίνει η ζωή, γιατί τελικά,
    οτιδήποτε και αν ζήσεις θα είναι πάντοτε παραπάνω απ’ αυτό που νομίζεις ότι αξίζεις.
    Το μάντεψες έτσι δεν είναι;
    Είμαι το συναίσθημα της απόρριψης που νιώθεις για τον ίδιο σου τον εαυτό…..
    Θυμήσου την ιστορία μας….όλα άρχισαν εκείνη τη γκρίζα μέρα που αφέθηκες να πεις περήφανος:  «ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ!»  και ντροπιασμένος και φοβισμένος, κατέβασες το κεφάλι κι άλλαξες τα λόγια και τις πράξεις σου με ένα συλλογισμό: «ΕΓΩ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΗΜΟΥΝ………»

    Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

    Η σχέση σαν καθρέφτης


    Τα ζευγάρια χωρίζουν για τον ίδιο λόγο που σμίγουν.
    Πολλά ζευγάρια αναρωτιούνται: «Γιατί τον ερωτεύτηκα, αφού είμαστε τόσο διαφορετικοί; Ίσως με κάποιον άλλον που θα είχαμε τα ίδια γούστα να τα πήγαινα καλύτερα….»
    Συμβαίνει, αυτό ακριβώς που μας ελκύει, να είναι η διαφορετικότητα. Στην αρχή με γοητεύει που ο άλλος έχει αυτό που για μένα είναι πιο δύσκολο να αποκτήσω. Συμπληρώνομαι από το σύντροφό μου, ακριβώς επειδή μπορεί να κάνει πράγματα που εγώ δεν μπορώ, και αντιστρόφως. Στη φάση του έρωτα, όχι μόνο αποδέχομαι αυτά του τα χαρακτηριστικά, αλλά επίσης τα αποδέχομαι και στον εαυτό μου. Για παράδειγμα, αν είμαι άνθρωπος πολύ δραστήριος και ενεργητικός, με γοητεύουν η ηρεμία, η δεκτική ικανότητα, η ενδοσκόπηση. Ο άλλος, με τη σειρά του, αισθάνεται γοητευμένος από την ικανότητά μου να ζω στον κόσμο, να πηγαίνω μπροστά.
    Όμως το πρόβλημα έρχεται μετά, γιατί στην αρχή πράγματι με ευχαριστεί η διαφορά, αλλά όταν ο έρωτας εξασθενεί αρχίζω να καβγαδίζω με τον σύντροφό μου για τα ίδια εκείνα χαρακτηριστικά τα οποία μας έφεραν κοντά. Αν εγώ έχω ιδιαίτερα αναπτυγμένη την ενεργητική μου πλευρά, πιθανότατα θα καβγαδίσω με την παθητική δική του. Στον καβγά μαζί του θα πάρω τη θέση του παθητικού κι αυτός θα είναι ο εχθρός μου στη θέση του ενεργητικού. Δηλαδή, θα μεταφέρω στη σχέση μια παλιά εσωτερική διαμάχη. Όταν ερωτεύομαι τον άλλον – ακριβώς επειδή επιτρέπει στον εαυτό του να είναι τόσο ήρεμος και χαλαρός -, κατά κάποιον τρόπο συμφιλιώνομαι με αυτήν την πλευρά μου την οποία είχα απαρνηθεί. Αν, όμως, δεν την αναπτύξω και στον εαυτό μου, θα καταλήξω να τσακώνομαι μαζί του κατά τον ίδιο τρόπο που καβγάδιζα και πριν, με αυτήν την πλευρά μου που απαρνιόμουν.
    Σε αυτή την περίσταση, το κλειδί είναι να εξελίξουμε τις καθόλου – ή λίγο -  αναπτυγμένες πλευρές μας, που διακρίνουμε στον άλλον. Έτσι, ο σύντροφός μας μπορεί να μετατραπεί σε δάσκαλο ή σε εχθρό μου. Εδώ είναι η επιλογή.

    Απο το βιβλίο του Jorge Bucay - Να βλέπεις στον

    Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

    Μάχη με τις απαγορεύσεις (β)

    Δεν είναι αυτή καθ' αυτή η σεξουαλική απιστία που προκαλεί άγχος στον άνθρωπο που ζηλεύει, αλλά ο φόβος πως θα χάσει αυτό που το ερωτικό στοιχείο αντιπροσωπεύει για τη σχέση. Οι δύο εραστές που για ημέρες ολόκληρες, μήνες ή χρόνια, μοιράστηκαν αυτή τη διάσταση της ύπαρξής τους, μόλις "ξεστρατίσει" απο τη σχέση το ενδιαφέρον του αγαπημένου τους νιώθουν πως τα πάντα έχουν προδοθεί. Τότε εκδηλώνεται το παιδί που έχουμε μέσα μας, φοβόμαστε πως θα χάσουμε την αγάπη και την υποστήριξη. Είναι ο φόβος της εγκατάλειψης. Προσωπικά δεν θεωρώ ότι ωριμότητα σημαίνει απαραίτητα και απουσία ζήλιας, γιατί η ωριμότητα στις ερωτικές σχέσεις δεν συνίσταται στο να μη νιώθουμε κτητικότητα. Αυτό είναι ένα στερεότυπο που έχει ενδιαφέρον να μάθουμε πού έχει τις ρίζες του. Και μ' αυτό ξαναερχόμαστε σε ένα εξαιρετικά προσφιλές μου θέμα. Την εξακρίβωση του πώς ορισμένες διαστάσεις της παιδικής ηλικίας, όπως η ζήλια, το αίσθημα της ιδιοκτησίας κ.λ.π. στην πραγματικότητα αποτελούν τη βάση για την ανάπτυξή μας ως ατόμων και την κατάκτηση της αυθεντικότητάς μας.
    Πιστεύω ότι το άτομο που δεν ζηλεύει το σύντροφό του δεν είναι αυθεντικό. Αν δούμε τη ζωή μας σαν μια σειρά στρωμάτων σε διάταξη θα πρέπει να πούμε ότι κάθε "στρώμα" είναι σημαντικό. Θεωρώ λοιπόν ότι, κατά παράδοξο τρόπο, πρέπει να διατηρήσουμε την ικανότητά μας να ζηλεύουμε. Η αλήθεια είναι ότι η ζήλια μπορεί να εκφράζει και την επιθυμία να είμαστε το επίκεντρο της προσοχής και γενικά η ιδιαίτερα έντονη και μη ρεαλιστική εκδήλωσή της φανερώνει ψυχολογικά προβλήματα. Αλλά είναι άλλο τόσο αλήθεια ότι συνειδητοποιούμε τον έρωτα μόνον όταν αυτή η εμπειρία διασταυρώνεται με το δραματικό και παράλογο φαινόμενο της ζηλοτυπίας. Μ' άλλα λόγια, καταλαβαίνουμε τον εαυτό μας και κατανοούμε βαθύτερα τί μορφής σχέση έχουμε με τον άνθρωπο που αγαπούμε μόνο όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με τέτοιου είδους αισθήματα. Είναι σα να πρέπει να βιώσουμε τον έρωτα σαν αγωνία, σαν επιθυμία να ζούμε στην αβεβαιότητα. Θα έλεγα πως υπάρχουν άνθρωποι που "τό χει η μοίρα τους" να διαλέγουν καταστάσεις όπου το ενδεχόμενο να τους φύγει ο άνθρωπος που αγαπούν έχει αυξημένες πιθανότητες. Μερικές φορές μοιάζει πως κάποιοι άνθρωποι νιώθουν ζωντανοί μόνο όταν αγαπούν μ' αυτό τον τρόπο. Απο την άλλη πλευρά, ο άνθρωπος που θέλει εξουσία δεν μπορεί να ζει σ' αυτή την κατάσταση, πράγμα που σημαίνει εξουσία και έρωτας δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Ο άνθρωπος που αναλώνεται στην επιθυμία να εξουσιάζει δεν είναι σε θέση να αφεθεί ολοκληρωτικά στον έρωτα, γιατί κάτι τέτοιο, εκτός των άλλων, προϋποθέτει την προσήλωσή του σε κάτι που μπορεί ανά πάσα στιγμή να χαθεί.

    Απο το βιβλίο του
    Aldo Carotenuto - Έρως και πάθος, τα όρια της αγάπης και του πόνου.