Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Η δύναμη της ανθρώπινης επαφής

Όταν κρατώ το βλέμμα μου προσηλωμένο στα υπαρξιακά δεδομένα της ζωής, δεν αντιλαμβάνομαι να υπάρχει ξεκάθαρο όριο ανάμεσα στους ασθενείς μου, εκείνους που υποφέρουν , και τον εαυτό μου, εκείνον που γιατρεύει. Οι συνηθισμένες περιγραφές ρόλων και οι χαρακτηρολογικές διαγνώσεις παρεμποδίζουν την θεραπεία αντί να τη διευκολύνουν.
Επειδή πιστεύω ότι το αντίδοτο για πολλές αγωνίες είναι και μόνο η ανθρώπινη επαφή, προσπαθώ να ζήσω μέσα στην ώρα που περνώ με τον ασθενή μου, χωρίς να εγείρω τεχνητά και άχρηστα τείχη. Μέσα στη διαδικασία της ψυχοθεραπείας είμαι για τον ασθενή μου ένας εξειδικευμένος αλλά όχι αλάθητος ξεναγός. Έχω ξανακάνει τη διαδρομή - στο προσωπικό μου εξερευνητικό ταξίδι αλλά και ξεναγώντας πολλούς άλλους.
Στη δουλειά μου με τους θεραπευόμενους πασχίζω πάνω απ' όλα να υπάρξει ανθρώπινη επαφή. Ακριβώς γι΄ αυτό είμαι αποφασισμένος να δρώ με καλή πίστη: δεν φοράω στολές ή κοστούμια. Δεν παρατάσσω τα πτυχία μου, τα ειδικά μου διπλώματα και τα βραβεία που έχω πάρει. Δεν προσποιούμαι ότι γνωρίζω πράγματα που δεν κατέχω. Δεν αρνούμαι ότι τα υπαρξιακά διλήμματα με αγγίζουν κι εμένα ως μέσα βαθιά. Δεν αρνούμαι ν' απαντήσω σε ερωτήσεις. Δεν κρύβομαι πίσω απο τον ρόλο μου. Και τέλος δεν κρύβω ότι είμαι κι εγώ άνθρωπος κι ότι έχω τις δικές μου ευάλωτες περιοχές.
 
 


Απο το βιβλίο του I.Yalom "Στον κήπο του επίκουρου"

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Μια βόλτα γύρω απο τις θαυμαστές και επικίνδυνες ιδέες του Νίτσε

 
 
Ακούμε τη ζωή που μας καλεί να ξεφύγουμε απ' την υποταγή και να μεγαλώσουμε, αλλά όσο ζούμε μες στην άγνοια, ούτε το θέλουμε ούτε και το τολμάμε.
Σ΄αυτό, βοηθάει η απειλή που επικρεμάται πάνω απ' τα κεφάλια μας:
 
Πρόσεχε να μην απομακρυνθείς απο το κοπάδι...
Το κόστος - μας το έχουν πει χίλιες φορές - θα είναι δυσβάστακτο:
μοναξιά, περιφρόνηση, καθόλου αγάπη, καμιά προστασία, εγκατάλειψη...
 
Έτσι αρχίζουμε να βαδίζουμε γεμάτοι φόβο, πρώτον γιατί δεν γνωρίζουμε τη δύναμή μας, και δεύτερον γιατί μας συντροφεύει το επώδυνο προαίσθημα ότι αν ανοίξουμε πολύ τα μάτια, μια μέρα θα ανακαλύψουμε ότι ορισμένοι απ' όσους θεωρούσαμε προστάτες μας, δεν ήταν στ' αλήθεια φίλοι.
 
 
Ο άνθρωπος που αναζητά, προσπαθεί να ζει χωρίς αυταπάτες, και ίσως γι' αυτό απομακρύνεται απο τους προστάτες.
Η Μόνικα Καβαγιέ μας το εξηγεί στην Ανακτημένη σοφία:
 
"Οι άνθρωποι που αναζητούν, φτάνοντας στο τρίτο στάδιο παύουν να ανήκουν στο κοπάδι και δεν παραπέμπουν πια στην καμήλα, αλλά μάλλον θυμίζουν το "λιοντάρι" που περιγράφει ο Νίτσε στο Τάδε Έφη Ζαρατούστρα.
 
Τυχαία, ένα λιοντάρι διασταυρώνεται μ' ένα άλλο λιοντάρι. Κοιτάζονται με συνενοχή, αναγνωρίζονται, σέβεται το ένα την αξιοπρέπεια του άλλου. Δεν υπάρχει χώρος για κολακείες ούτε για φθόνο.
Ίσως να παίξουν, να παλέψουν, να θαυμάσουν τη δύναμή τους, ίσως να τρέξουν προς την ίδια κατεύθυνση απολαμβάνοντας την κοινή τους ομορφιά, την αμοιβαία και σιωπηλή τους συνεννόηση. Όμως, σύντομα θα χωρίσουν.
 
Συχνά, αυτός που ζει μέσα στην άγνοια θαυμάζει κρυφά τα δυο "λιοντάρια", αλλά τα λοιδωρεί φανερά για την ελευθερία, τη μοναξιά και την ανεξαρτησία τους.
Στην πραγματικότητα, υπάρχουν δύο καταστάσεις που βγάζουν με τη βία τους αδαείς απο το βαθύ τους ύπνο - καταστάσεις που δυσκολεύονται πολύ να ανεχτούν: η μια είναι αυτή η αίσθηση αμφισβήτησής τους απο τον ίδιο τους τον εαυτό, όταν τύχει και τους αγγίξει το βλέμμα του ανθρώπου που αναζητά, και η άλλη έχει να κάνει μ' αυτόν τον καθρέφτη που τους επιστρέφει τη μέτρια εικόνα τους. Είναι σχεδόν νόμος, ότι λίγοι ανέχονται στους άλλους κάτι που απαγορεύουν στον εαυτό τους.
Ο άνθρωπος που αναζητά, το παρατηρεί. Αντιλαμβάνεται και τον απασχολεί το ότι, όσο εξελίσσεται, οι αδαείς τον κοιτάζουν καχύποπτα και αποστασιοποιημένα.
 
"Τώρα πια, κανείς δεν σου χαϊδεύει το κεφάλι.
Κι ούτε λέξη για έναν ώμο ν' ακουμπήσεις.
Ελάχιστοι σε πλησιάζουν.
Κι αυτοί, όμως, αργά ή γρήγορα, θα σε κατηγορούν
που είσαι αυτό που είσαι και όχι αυτό που ήσουν".
 
 
 
 
 
 
 
Απο το βιβλίο του Χ.Μπουκάι "Απο την άγνοια στη σοφία"

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Το μαγαζί της αλήθειας


Ο άνθρωπος περπατούσε σ’ εκείνα τα σοκάκια της επαρχιακής πόλης. Είχε χρόνο, και γι’ αυτό κοντοστεκόταν για λίγο μπροστά σε κάθε βιτρίνα, σε κάθε κατάστημα, σε κάθε πλατεία. Στρίβοντας σε μία γωνία βρέθηκε άξαφνα μπροστά σε ένα ταπεινό κατάστημα που η ταμπέλα του ήταν λευκή. Περίεργος, πλησίασε στη βιτρίνα και κόλλησε το πρόσωπο στο κρύσταλλο για να καταφέρει να δει μέσα στο σκοτάδι…το μόνο που φαινόταν ήταν ένα αναλόγιο μ’ ένα χειρόγραφο καρτελάκι που έγραφε:

Το μαγαζί της αλήθειας

Ο άνθρωπος έμεινε έκπληκτος. Σκέφτηκε ότι, αν και διέθετε ανεπτυγμένη φαντασία, του ήταν αδύνατον να φανταστεί τι μπορεί να πουλούσαν.
Μπήκε.
Πλησίασε την κοπέλα που στεκόταν στον πρώτο πάγκο και τη ρώτησε:
«Συγγνώμη. Είναι αυτό το μαγαζί της αλήθειας;»
«Μάλιστα κύριε. Τι λογής αλήθεια θέλετε; Αλήθεια μερική, αλήθεια σχετική, αλήθεια στατιστική, πλήρη αλήθεια;»
Ώστε, λοιπόν, πουλούσαν αλήθεια. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο. Να πηγαίνεις σ’ ένα μέρος και να παίρνεις την αλήθεια, ήταν υπέροχο.

«Θέλω πλήρη αλήθεια» αποκρίθηκε ο άνθρωπος χωρίς ταλάντευση.
«Είμαι τόσο απηυδισμένος από τα ψέματα και τις πλαστογραφίες» σκέφτηκε. «Δεν θέλω άλλες γενικεύσεις, ούτε δικαιολογίες, δεν θέλω απάτες ούτε κοροϊδίες.»
«Απόλυτη αλήθεια!» διόρθωσε.
«Μάλιστα κύριε. Ακολουθήστε με.»

Η κοπέλα συνόδευσε τον πελάτη σ’ ένα άλλο μέρος του καταστήματος και, δείχνοντας έναν πωλητή με αυστηρό ύφος, είπε:
«Ο κύριος θα σας εξυπηρετήσει».
Ο πωλητής πλησίασε και περίμενε τον πελάτη να μιλήσει.
«Ήρθα ν’ αγοράσω την απόλυτη αλήθεια.»
«Αχά. Συγγνώμη, αλλά γνωρίζετε την τιμή;»
«Όχι. Πόσο κοστίζει;» αποκρίθηκε τυπικά. Στην πραγματικότητα, ήξερε ότι θα πλήρωνε όσο όσο για να έχει όλη την αλήθεια.
«Για όλη την αλήθεια» είπε ο πωλητής, «το αντίτιμο είναι ότι ποτέ πια δεν θα έχετε την ησυχία σας.»

Ένα ρίγος διέτρεξε τη ράχη του ανθρώπου. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι το κόστος θα ήταν τόσο υψηλό.
«Ευ-ευχαριστώ…Συγγνώμη…» ψέλλισε.
Έκανε μεταβολή και βγήκε από το κατάστημα κοιτώντας το έδαφος.
Ένιωσε λίγο θλιμμένος όταν κατάλαβε ότι δεν ήταν ακόμα προετοιμασμένος για την απόλυτη αλήθεια, ότι ακόμα χρειαζόταν ορισμένα ψέματα για να βρίσκει ανάπαυση, ορισμένους μύθους  και  εξιδανικεύσεις για να καταφεύγει, ότι ήθελε κάποιες δικαιολογίες για να μην αντιμετωπίζει τον ίδιο του τον εαυτό…
«Ίσως αργότερα» σκέφτηκε.

 «Ντεμιάν. Κάτι που για μένα είναι επωφελές, δεν είναι απαραιτήτως επωφελές και για κάποιον άλλον. Μπορεί, δικαίως, κάποιος να πιστεύει ότι το αντίτιμο για κάποιο αγαθό είναι πάρα πολύ υψηλό. Είναι θεμιτό ο καθένας να αποφασίζει μόνος του τι αντίτιμο θέλει να πληρώσει σε αντάλλαγμα για κάτι που παίρνει, και είναι λογικό ο καθένας να επιλέγει τη στιγμή για να πάρει αυτό που ο κόσμος του προσφέρει, είτε αυτό είναι η αλήθεια, είτε κάποιο άλλο ¨όφελος¨».
Εγώ, δεν ήξερα τι να πω.
Και ο Χόρχε πρόσθεσε:

«Υπάρχει ένα παλιό αραβικό ρητό που λέει:
‘Για να μπορέσεις να ξεφορτώσεις ένα φορτίο χαλβά
Το πιο σημαντικό πράγμα είναι να έχεις δοχεία
Για να τοποθετήσεις το χαλβά’.

………με τη σοφία και την αλήθεια
ισχύει το ίδιο, όπως με το χαλβά....»

 

 

 

Από το βιβλίο του Χ.Μπουκάι   «Να σου πω μια ιστορία»